έργο του Paul Walker

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Γράμματα στον Πρίγκιπα...

Καθόμαστε πλάι πλάι. Κοιτάζεις εμένα στο μέλλον του παρελθόντος μου. Στο μέρος της απόλυτης σιωπής δεν θα σε πάρω μαζί, φίλε μου. Ύστερα πια θα μας θυμούνται όσοι μόνο θα μπορούν να μας βλέπουν. Πέρασα πια στην ηλικία που αναστρέφοντας δεν βλέπω αστέρια, βλέπω μόνο τον Θεό. Και ο ρυθμός σου ξεδιπλώνεται ανάμεσα. Το ποίημα το γράφουμε μαζί. Όταν γράφεις το ποίημα, θεμελιώνεις ένα οικοδόμημα δίχως τέλος, αν αυτό θελήσει ο χρόνος. Εσύ είσαι ο ιδρυτής του μέλλοντος. Δεν θα ενδώσεις ποτέ στο μέτρο. Πάντοτε θέλω, πρίγκιπά μου φεγγαρόσχημε, να σ’ αντικρίζω σαν την τολμηρή πανσέληνο κι απ’ το σφοδρό, το αμοιβαίο χτύπημα, να ξεπετιέται σαν της τσακμακόπετρας δαιμονισμένη φλόγα να μας κάψει. Είναι σκληρό πάντα να γεννάς, ποτέ να μη γεννιέσαι. Ξεχνάς τις λέξεις, τη γλώσσα που δεν πρόλαβες να μάθεις και γητεύεις άλλη, νέα. Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο; Και τον κατοίκησες, αγάπη, πρίγκιπά μου; Σ’ ακούω να μιλάς ελευθερία και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια, να τα πλαταίνεις, να μην τα σπας ποτέ. Δεν έχει σημασία ποιο υλικό του ουρανού σου έκλεψα, ποιο μέρος της ζωής μου έχεις ζήσει. Και δεν με νοιάζει να με πει κανένας άλλος ποιητή. Εσύ κι εγώ κοιμόμαστε την ίδια αγαπημένη. Περιοδεύουμε τόπους κι ανθρώπους για να γράψουμε τα αθώα μας ποιήματα. Η αδικία σε δικαίωσε. Διέγραψες ολόκληρο τον κύκλο. Έψαξες το παιδί και το συνάντησες, ξανάγινες εκείνο το παιδί κι αναστηθήκατε μαζί. Εσύ είσαι καταδικασμένος να νικιέσαι κι εγώ να σε νικώ. Αφού δεν τα ’ζησες και μπόρεσες να τα χωρέσεις σε λίγο μελάνι, είσαι θεός ενός υποσύμπαντος που μέσα του μαρτύρησες τη νέα σου αλήθεια, αιρετικέ μου πρίγκιπα. Εσύ κι εγώ μόνοι μέσα στην οχλοβοή μιλάμε μια γλώσσα νεκρή, που την έσπειραν ο πατέρας μου κι ο πατέρας σου. Προς το παρόν εκβιάζεις μέλλον. Σου λέω, δεν με νοιάζει του κανενός το ρόδο, μόνο το ρόδο που δεν μπορεί παρά να είναι ολότελα δικό μου. Ο ποιητής διαβάζει πάντα το συμπλήρωμα των λέξεων. Δηλαδή την απώλεια. Ολοένα κλείνεις το σμιχτό κουκούλι γύρω σου, χρυσαλλίδα κρεμασμένη στο άκρο άκρο κλαδί, παγωμένη καμιά φορά τον χειμώνα. Χρόνια μετά το αδιάβαστό σου κρύσταλλο θα το βρουν να το ανοίξουν περαστικοί υλοτόμοι. Τα ήξερα όλα και τα ξέχασα. Τα ήξερα όλα και τα γδύθηκα, για να ντυθώ την καθαρότητά σου, πρίγκιπά μου. Μπορώ ν’ ακούω τη φωνή σου ανάμεσα στη στίξη, μπορώ να βλέπω ένα αδιόρατο χαμόγελο εκεί που αλλάζει η γραμμή. Όλη η ζωή ένας αγώνας για την αποκήρυξη. Το γκρέμισμα είναι μόνο γι’ αυτούς που χτίζουν με τα σπάνια υλικά της ανέχειάς τους. Υπομένεις υπομονή και χτίζεις κόσμο για να ζεις. Ποιον σκότωσες εσύ και ποιον εγώ; Λέω πως τον ίδιο. Μ’ έδιωξαν σε πολλές εξορίες. Χειρότερη ήταν ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν θα σου μιλήσω για πόλεμο. Άλλωστε, να μιλάς για πόλεμο και να ζεις μέσα σε πόλεμο έχει μεγάλη διαφορά, ακόμα κι αν είσαι με κείνους που κέρδισαν. Μπορώ να νικήσω και δίχως την ίδια τη νίκη. Ο αγώνας είναι να διαφοροποιηθείς. Όποιος δεν γνώρισε έρωτα ας μεταλάβει την απουσία σου. Μέσα σε παιδικά τραγούδια πάντα θα κρύβεις τρυφερά το σπέρμα σου από τον ανελέητο ήλιο που σε λάτρεψε, απ’ την πανσέληνο που σε ζηλεύει. Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι. Γερνάμε μαζί αλλά θα πεθάνω μόνο εγώ, αγάπη μου. Εσύ γεννήθηκες για να κρατάς μαχαίρι μόνο ανάμεσα σε άκοπες σελίδες. Ζητάς να σου μιλήσω για την τρέλα, πρίγκιπά μου, δηλαδή για την αλήθεια που ξεχάσαμε, την ομορφιά που μεταμορφώνεται δίπλα μας. Οι λέξεις είναι πνεύμα, είναι το πνεύμα του ποιήματος. Η φωνή είναι το σώμα. Άναψα όλα τα φωνήεντα να λιώσουν σαν κεριά στον ναό σου καθώς έμπαινα μέσα γυμνός στον ημίφωτο νάρθηκα. Τόσα χρόνια μετά κοιμηθήκαμε το ίδιο όνειρο και ξυπνήσαμε ίδια φωνή. Κάνε μιαν ευχή: να μη σε μάθω ποτέ. Πριν από σένα και μετά, έτσι θα ορίζω από δω και πέρα τη ζωή μου. Ας ήταν να προλάβαινα στην πρώτη μου ζωή να σε γνωρίσω. Δεν θα ’μουν ποιητής αλλά σωσμένος. Εσύ που μίλησες με τον Θεό, πες μου, σε ποια γλώσσα απαντάει η άφεση; Το ξέρω, πάντα θα μετράς με την υπομονή της άμμου τα άμετρα μέτρα που θα σε ανυψώσουν στον ουρανό που διάλεξες. Μικρά ψιθυρίζει για χάρη σου στο αυτί του Θεού η ποίηση. Ένα νησί γεννήθηκε να σε γεννήσει, ένα νησί, ή μήπως γέννησες εσύ τον τόπο αυτόν, για να ’χεις πού να κατοικεί η αθανασία σου; Άλλωστε – κι είν’ αυτό το πιο πικρό μα, πρίγκιπά μου, αληθινό– ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί στα χείλη κοριτσιού αφίλητου που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί; Ιδανικά αφού σε σφράγισα, λύνω τον κόμπο και λευχειμονώ ήσυχος πια στον αιώνα. Πρέπει επιτέλους πια να σε σκοτώσω. Ο θάνατός σου, ποια ελευθερία…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου